Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Ον λάιν


Σε μια θαλασσινή βραδιά, αλμύρα ποτισμένη,
με μια πειρατική καρδία, άγκυρα ποντισμένη,
ρεσάλτο κάνεις σκοτεινό, σαστίζει η πυξίδα
έχεις αμπάρι αδειανό, στην πλώρη καταιγίδα.

Σε ξέρω, κρύβεις πονηρά την βυθισμένη ξέρα,
σαράκι τρώει τα κουπιά, σκουριά τη λαγουδέρα.
Την τσαμαδούρα βούλιαξες, έκοψες την καδένα
απ τη ρουφιάνα ούρλιαξες, πάγωσες την αρένα.

Σε νοιώθω, στην ανάσα σου, να στροβιλίζει δίνη
κουρέλιασες τα ράσα σου, στου νόστου το καμίνι.
Λιμάνια φέρνεις άψυχα, κουφάρια να στολίσω,
δέσαμε κάβους λάστιχα, και μας τραβάνε πίσω.

Ήσουν εσύ, που γέμιζες, με φως το μαύρο φόντο,
Κι ήμουν εγώ, που θέριζες, το φλογισμένο πόντο.
Σαν εκμαγείο στοχαστή, το πρόσωπο μου κάνω,
η μήτρα μέρα θα σπαστεί, τότε που θα πεθάνω.

Γιατί νύχτα γεννήθηκα, νύχτα θα ταξιδεύω
τα όνειρα που ντύθηκα, απ το φεγγάρι κλέβω.
Ο άγγελος μου οδηγός, η  θάλασσα μου δρόμος
άλλης Ιθάκης νοσταλγός, αρχέτυπο και νόμος.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
9/3/2017=22=4