Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Το κατοικίδιο


Χαρωπή ατραξιόν, του γαιδάρου μου η φάση,
Ξεκινά η σαιζόν, και  κοχλάζει στην βράση.

Εμπρηστές στο σαλούν, μια ριξιά από τα ίδια  
δάκρυα γέλιου κυλούν, καθαρίζω κρεμμύδια.

Πινελιές με φολκλόρ, όλα μοιάζουν με άνθη,
με αρχηγό το Tavor, που σκοτώνει τα άγχη

Κρύβω παραξενιές, μια λαγού μια γαιδάρου
διαβολίζω γενιές, σε σπηλιά του Ταινάρου.

Η Αρετούσα ξανθή, προκαλεί μ ένα βλέμμα
σαν ποζάρει ορθή, και μου ανάβει το αίμα.

Σαγηνεύει στο sex, και χορεύει dance pole
χρειάζομαι ένα durex, να μη γίνομαι γκολ.

Έχει κάπου γραφτεί, και υπάρχει και ρήση
δεν ιδρώνει το αυτί, του θεού στο  «Παρίσι».

Moulin Rouge με can-can, κουνελάκια αράδα,
Μου γκαρίζει αμάν…….  όταν βλέπει φοράδα.

Σε σοκάκια όταν μπει, μου πουλάει και τρέλα
Έχει βρει το κουμπί, χρατσαχρουτς η μασέλα.

Του φοράω χαϊμαλί, και του βάζω σαμάρι
και ζηλεύουν πολύ, όλοι οι άλλοι γαιδάροι.

Κατοικίδιο τρανό, το μισούν για τα γούστα
Έχουν κάποιο κενό, και παρέα μια χούφτα.

Δεν βαριέσαι garson, πάντα λείπει μια βίδα.
Κατοικίδια facon…………….. Εγώ έτσι την είδα.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
28/3/2017=23=5

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Στάσιμα αναστάσιμα


Δόξα σ΄ αυτά τα ταπεινά λουλούδια.
Δόξα γιατί μόνο τον ήλιο προσκυνούν.
Ας μην τούς έγραψαν ποτέ τραγούδια.
Ας τα πατούν οι φθόνοι που περνούν.

Σε κάθε σπόρο απ το χώμα μια ιδέα.
Σε κάθε ακτίνα, μια καινούργια εποχή.
Μοιάζει πριγκίπισσα μια άγρια ορχιδέα,
που την χαϊδεύει με σταγόνες η βροχή.

Ας κλέβει η άνοιξη το κρύο του χειμώνα.
Ας χρωματίζουν τα λουλούδια τα παιδία.
Πάντα θα μένει μοναχή η άγρια ανεμώνα,
με στήριγμα του ποιητή, τη ένοχη αδεία.

Τι κι αν σπαράζει η φύση, και φωνάζει.
Τι κι αν η Γή αγκομαχά τα γεννητούρια.
Σε κάθε γέννηση, το αντίρροπο σαρκάζει,
πνίγει τα έμβρυα με σκουριασμένα θούρια.

Τιμή μεγάλη φέρνουν οι κρυφές αλήθειες.
Τιμή μεγάλη  γιατί έχουν λίγους οπαδούς.
Αυτές η άνοιξη φορτώνει με προμήθειες,
που σπαταλάνε οι χειμώνες της αιδούς.

Κι αφού ο θάνατος στέφεται πανδαμάτωρ.
Κι αφού ο χρόνος, ο πρωτότοκός του γιός.
Είναι ο καθένας τραπουλένιος αυτοκράτωρ,
της τραγικής του μοίρας νόθος παραγιός.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
26/3/2017=21=3   

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ούκ έστιν ώδε

Οι ψυχές σαν διαλέγουν το σώμα,
δεν ρωτούν αν μπορεί η αν θέλει,
γονατίζουν και φτύνουν στο χώμα,
τα αχνάρια που αφήνουν αγγέλοι.

Οι ψυχές σαν διαλέγουν τη μήτρα,
σε δομές λειτουργούν αδυνάτου.
στίγμα βάζουν την άγραφη ρήτρα,
της μεγάλης αρχής του θανάτου.

Οι ψυχές σαν το στρείδι τυλίγουν,
του πηλού το εδώλιο ρουφάνε,
Τον θεό του ανθρώπου ανοίγουν,
από πέτρα μια πέρλα γεννάνε.

Οι ψυχές σκλαβωμένες θυσίες,
σαρκοφάγους αφήνουνε άδειες,
των σωμάτων μονές εκκλησιές,
ανεσπέρου φωτός οι ανταύγειες.

Της ψυχής των ψυχών τρισάγιας,
τρείς φορές ανατέλλει το δώρο,
σαν πυλώνες σε κύκλους μαγείας,
κατακλύζουν με μύρο τον χώρο.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/3/2017=16=5 

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Εαρινή ισημερία

Παραμύθια, η αλήθεια σκοτώνει
την ζωή πριν αρχίσει, τελειώνει
Σαν ξυπνώ το πρωί με τη σκέψη,
πώς η μέρα φτηνά θα με κλέψει

Σαν διέξοδο, ανοίγω την πόρτα,
τ όνειρο μου το πνίγουνε χόρτα.
Η συνείδηση γνέφει μου, νεύμα,
παγωμένο μ αγγίζει ένα ρεύμα.

Έχω χάσει από φίλους τα ίχνη,
κάποιο σόι το χάος μου δείχνει.
Μου διακόπτει, χαρές η ελπίδα,
με κρατάει απ τη μύτη, αλυσίδα.

Οδηγώ στα τυφλά για τον δήμο,
τη  φωνή μου ακούω εν ερήμω.
Σταθερά τον βοώντα σαρκάζω,
καθώς κάθε ταχύτητα αλλάζω.

Κυνηγώ με το στέρνο μου άδειο,
παραγγέλματα παίζει το ράδιο,
Αυτομάτως το στήθος ανοίγει
κι ένα πέπλο λευκό με τυλίγει.

Ο ουρανός από κάτω σας κλαίει
με εκρήξεις το σώμα μου καίει.
Τα εντός μου στον ήλιο αφήνω,
ξεγυμνώνω το στέρνο και κρίνω.

Του μετώπου τα τύμπανα κρούω
στην αλήθεια που θέλω να ακούω.
Κάννη  όπλου σε κρόταφο γκρίζο,
κάθε σφαίρα με ιδρώτα σκουπίζω.

Θυμηθείτε μυαλά των εμβρύων
εν χορώ τις πομπές των αγίων.
Με αρχαίων κειμένων πορείες,
ζωντανεύουν νεκρές συγκυρίες.

Μια στιγμή αρμονίας στο έαρ
πολεμά της αβύσσου το φρέαρ.
Ίση  νύχτα στο ίσο της μέρας,
αρμονία στου χρόνου το κέρας.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
20/3/2017=15=6

12:29=14=5

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Ον λάιν


Σε μια θαλασσινή βραδιά, αλμύρα ποτισμένη,
με μια πειρατική καρδία, άγκυρα ποντισμένη,
ρεσάλτο κάνεις σκοτεινό, σαστίζει η πυξίδα
έχεις αμπάρι αδειανό, στην πλώρη καταιγίδα.

Σε ξέρω, κρύβεις πονηρά την βυθισμένη ξέρα,
σαράκι τρώει τα κουπιά, σκουριά τη λαγουδέρα.
Την τσαμαδούρα βούλιαξες, έκοψες την καδένα
απ τη ρουφιάνα ούρλιαξες, πάγωσες την αρένα.

Σε νοιώθω, στην ανάσα σου, να στροβιλίζει δίνη
κουρέλιασες τα ράσα σου, στου νόστου το καμίνι.
Λιμάνια φέρνεις άψυχα, κουφάρια να στολίσω,
δέσαμε κάβους λάστιχα, και μας τραβάνε πίσω.

Ήσουν εσύ, που γέμιζες, με φως το μαύρο φόντο,
Κι ήμουν εγώ, που θέριζες, το φλογισμένο πόντο.
Σαν εκμαγείο στοχαστή, το πρόσωπο μου κάνω,
η μήτρα μέρα θα σπαστεί, τότε που θα πεθάνω.

Γιατί νύχτα γεννήθηκα, νύχτα θα ταξιδεύω
τα όνειρα που ντύθηκα, απ το φεγγάρι κλέβω.
Ο άγγελος μου οδηγός, η  θάλασσα μου δρόμος
άλλης Ιθάκης νοσταλγός, αρχέτυπο και νόμος.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
9/3/2017=22=4