Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Δεύτε λάβετε

Σώμα αφρού η θάλασσα
και μάννα του ο βράχος
χιλιάδες χρόνια χάλασα
για να βρεθώ μονάχος

Αίμα γαλάζιο το νερό
του ουρανού εικόνες
λιτό ταξίδι τολμηρό
σε κάλπικους αιώνες

Φάγε αέρα τον αφρό
ρούφηξε χώμα αίμα
βαραίνει μόνο ελαφρό
αθάνατο το πνεύμα.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
30/6/2015=17=8

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

ΑΤΜ...κοινωνία!

Σε γνώρισα στο ΑΤΜ, κρατούσες την γιαγιά σου...
σε κοίταξα με κοίταξες,μου είπες πρώτος "γειά σου".
Δεν είχατε υπόλοιπο τα πλήρωσε η θειά σου,
ο πισινός βιαζότανε, γρύλισες "στη σειρά σου".
Έξαφνα φεύγει ο διπλανός, να πάει στην πλατεία,
εκεί υπάρχει πληθυσμός, και τ΄ΑΤΜ είναι τρία.
Γυρίζει η γιαγιούλα σου, πηγαίνει στην γωνία,
την κάρτα μου λιμπίστικες, έδειχνες αγωνία.
Έτσι λοιπόν την έβαλα με μια μεγάλη ελπίδα,
μα ήταν και εκείνη άκυρη και δεν σε ξαναείδα. 

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Παιάν (Πατήρ ΑΙώνιος Άναρχος Νούς)


Λύκε Σπαρτιάτη φώτισε, των Καρυών τις κόρες,
Αητέ Μανιάτη άνοιξε, φτερούγες νικηφόρες.
Του κάμπου τ΄ άδολα αρνιά, και των βουνών τα γίδια.
δεν έχουν μέρος να σταθούν, μέσα στα αποκαΐδια.

Ευρώτα φούσκωσε ξανά, και σπάσε τον καθρέφτη,
να βλέπει η κόρη στα νερά, τον έρωτα να πέφτει.
Στείλε τον Λακεδαίμονα, του Λέλεγα κορώνα
ν΄ανθίσει πάλι ο Ταλετάν στον μαγικό λειμώνα.

Πετροκαμαρωτά βουνά , μαζέψτε τους πετρίτες
να χουν οι άντρες στήριγμα, τρομάρα οι κοπρίτες.
Ανάψτε στα φαράγγια σας την φλόγα του Καιάδα
Μάνα της Γής και του ουρανού η φωτεινή κοιλάδα.

Και σύ ουρανέ ατέλειωτε, ψυχή του Ιορδάνη
στείλε ξανά τον ήλιο σου, και λάμπρυνε τον Φάνη.
Να βρει η γήινη ψυχή αντίδοτο στο φώς σου
να κάψει άλλη μια φορά τα ρυπαρά εμπρός Σου.

Κύκλε του Γαλαξία μας, του χάους περιστέρι
άναψε είναι πια καιρός, το ανθρώπινο αστέρι
Όσα δεν βλέπει το μυαλό, μπολιάζει ο αιθέρας
με κοφτερή ανατολή θα γκρεμιστεί το τέρας.

Ξυπνούν ψυχές αθάνατες, ανοίξανε οι πύλες
τριακόσιοι Άγγελοι εδώ, γυρεύουν Θερμοπύλες.
Σε τούτη την εμφάνιση, βάζουν άλλη σφραγίδα
πεθαίνει πάλι ο θάνατος, Τάν είναι η πατρίδα.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
27/6/2015=23=5=Ε

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Έτι δεόμεθα σου Λόγε.

Όταν φτάσεις στην άκρη της ρίζας
και κληθείς για να χτίσεις πιο πέρα
Τον γεννήτορα νοιώθεις θεμέλιο  
δεν μπορείς να τον βλέπεις πατέρα

Μια ψυχή που σεβάστηκε ο χρόνος
αγκωνάρι και φως της πατριάς
της φυλής σου ο ένδοξος κλώνος
ο παλμός  της δικής μου καρδιάς

Στο πυρρίχιο βήμα παντρεύεις
γη πατρώα, αρετή και  πυρρά  
Διγενής στα αλώνια τοξεύεις
και τα βέλη σου έχω φτερά.

Πατριάρχη σε θέλω της βίβλου
στα κοπάδια του νου μου βοσκό
ευλογία που φέρνει του Νείλου
στην ψυχή  μου το θείο νερό.

Των γιγάντων μορφή στα Ιλίσια
σαν πατρίδα εσύ κι η πνοή σας
μελικόμος, στα δυο μου μελίσσια
μέχρι τότε που θάρθω μαζί σας

Ηλιοκύκλους μετράω στο κύμα
και το δάκρυ σαν τρέχει πονάει.
Ρωμαλέα δακρύζω στο μνήμα
τον θεό μου φωνάζω Αντωναί.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/6/2015=17=8

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Ο Αντωνάκης της γειτονιάς μας...

Σοβαρός και σκυθρωπός, ένας μεσήλικας μετρίου αναστήματος, μελαχρινός με κατσαρά μαλλιά και παχύ μουστάκι, ακολουθεί καθημερινά το ίδιο δρομολόγιο, σπίτι-δουλειά. Πρέπει να εργάζεται πάνω από τριάντα χρόνια ως συμβολαιογράφος, δεν χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του, παρά μόνο τις Κυριακές που πηγαίνει στο χωριό του.
Δε παντρεύτηκε ποτέ και διόλου παράλογο με το απρόσιτο της συμπεριφοράς του.
Οι γειτόνισσες, οι μεγαλύτερες φυσικά, δε τον χωνεύουν τον καημένο λες και τους έκανε ποτέ κακό...
Μεταξύ μας, όποιος δεν ασκεί το χόμπι του κουτσομπολιού, δεν εντάσσεται εύκολα στην μεγαλο-πηγάδα της περιοχής.
Κατεβαίνοντας λοιπόν σήμερα το πρωί και πέφτοντας σχεδόν πάνω του, ρίχνω ένα πλατύ διαφημιστικό χαμόγελο και μια "Καλημέρα" τόσο δυνατή που ακούστηκε μέχρι το διπλανό τετράγωνο... "Καλή σας μέρα Κύριε Αντώνη μας"
( επί τόπου σκηνικό: η απέναντι γειτόνισσα που βγήκε με τη λεκάνη να απλώσει ρούχα, αμάν κι αυτή πρωινιάτικα, την σήκωσε στο κεφάλι της για να κρύψει τα γέλια, ο διπλανός μου κατέβηκε και έριξε -κατά λάθος- τα κλειδιά του για να μη φανεί το κοκκίνισμα , χάχανο μέχρι δακρύων... κι εγώ έντρομη ακούω )
"Μμμμμμέρα" με γυρισμένο ένα στριμμένο βλέμμα!
Τι μου θύμισε;
Τέτοιο μούγκρισμα είχα ν' ακούσω από τα παιδικά μου χρόνια, τότε που ως παιδάκι ανυπομονούσα να πάω στο χωριό του παππού κ της γιαγιάς για να πάμε στο χωράφι! Εκεί ο παππούς είχε δυο μοσχάρια, ένα καφέ κι ένα λευκό, μου άρεσε να τα χαζεύω με τις ώρες, δε μπορώ να πω κι αυτά με χάζευαν... αρκετά μάλιστα!!!
Λέτε να φταίει που είμαι Ταυρίνα και όσο να πεις υπάρχει μια αμοιβαία έλξη προς τα συγκεκριμένα αξιαγάπητα πλάσματα!
Από τότε, δέχτηκα τα πρώτα μου ερεθίσματα όσον αφορά την τέχνη.
Τα ξαδέλφια μου, μαζί με την αδελφή μου, έτρεχαν παντού κι έπαιζαν τα γνωστά παιχνίδια σε όλους μας: κυνηγητό, κρυφτό, μπουνίδι, ξεμάλλιασμα κ.α.
Εγώ, πήγαινα κι έπαιρνα το νερό από το κοτέτσι και το άδειαζα σε μια γουβίτσα με ασπροπηλιά (λευκός πηλός)
Εκεί δημιουργούσα πόλεις και ανθρωπάκια τα οποία βάπτιζα με αγγλικά ονόματα. 
Βέβαια η μάνα μου στρεφόμενη προς τη γιαγιά έλεγε πάντα...
"προβληματικό μας βγήκε αυτό, όλο μόνο του παίζει" 
Έτσι λοιπόν, ο Αντωνάκης της γειτονιάς μας, χαρακτηρίζεται με χίλια δυο επίθετα από μια μάζα ανθρώπων...
Γιατί;
Μα φυσικά επειδή δεν εντάχθηκε σε κανένα καλούπι, κρατά τη δική του απόσταση από την κοινωνία, απολαμβάνει τον εαυτό του και ασχολείται μονάχα με αυτόν!
Δική επιλογή η μοναξιά και η ηρεμία, η εργασία του, αν κρίνω από το βλέμμα του, δεν είναι τόσο επιλογή του όσο καταναγκαστικό έργο προς επιβίωση...

Αυτή λοιπόν είναι η κοινωνία μας, μια μάζα, ένας λαός γεμάτος ταμπού και υποκρισία, αν δεν απορροφηθείς τότε γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος, ακόμη και από τα πιο οικεία σου άτομα!