Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Αέναη αναζήτηση, νομοτέλεια της ζωής μας!

Στο βελουδένιο δέρμα της ποδιάς, κι ακόμα πιο ψηλά, στον ύπερο, που την ψυχή ανεβάζει, ακούμπησα εργάτης μιας προβιάς.
Σαν μέλισσα, σαν ξένος επισκέπτης, να μου ζεστάνει ο ήλιος τα φτερά, εξόριστος απ την κυψέλη μου δραπέτης!

Στο μεταξένιο πνεύμα της φωτιάς, κι ακόμα πιο βαθειά, στο φώς, που την καρδιά μοιράζει, ζεστάθηκα σπορίτης μιας σοδειάς.
Σαν άλογο, σαν κρύος επισκέπτης, να μου γλυκάνει ο χρόνος την φθορά, αχώριστος απ την γαλέρα μου ερέτης!

Στο φλογισμένο ρεύμα της ματιάς, κι ακόμα πιο μακριά, στο άπειρο, που το μυαλό
χαράζει, φτερούγισα γεράκι μιας καρδιάς.
Σαν αετός, σαν λάθος επισκέπτης, να μου λευκάνει αέρας τα πανιά, αδιόριστος απ την
εικόνα μου ικέτης!

Στο ορισμένο νεύμα της πατριάς, κι ακόμα πιο γλυκά, στον ίμερο, που το κορμί
σπαράζει,  πικράθηκα πανάκι μιας βραδιάς.
Σαν έρωτας, σαν λάγνος επισκέπτης, να μου μαράνει πόθος τη χαρά, αόριστος απ την ελπίδα  μου επαίτης!

Ταξιδευτής περήφανης γενιάς,
Προσκυνητής στον ταπεινό σου κόρφο ανεμώνη
Κάθε που φεύγω πάλι με γυρνάς
Κύκλους αιώνες η φυλή, το αίμα μου στοιχειώνει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
27/2/2014=18=9

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Η λήθη

Σπασμένα θραύσματα κρυστάλλων οι μνήμες,
κυνηγιούνται, συναντώνται, συγκρούονται
μέσα στα στενά μονοπάτια των νευρώνων του εγκεφάλου.
Ψάχνουν απεγνωσμένα την μήτρα της λησμονιάς….
Να ενωθούν,
Να βουλιάξουν,
Και να πάρουν το σχήμα της.
Αντιστέκεται αυτή….
Αιμάτινοι πίδακες θλίψης εκτινάσσονται από τα σπλάχνα της,
κλειδωμένα δάκρυα φωλιασμένα στις σχισμένες φωτογραφίες,
σπασμένες φτερούγες λευκών περιστεριών καρφωμένες στο χώμα.
Γροθιές σφιγμένες οι αντοχές της ψυχής,
ορμάνε να ξεδιπλωθούν κραυγάζοντας…
Στην λησμονιά είναι η χαρά…
Κατερίνα Βαλμά

Έφυγες......

Τα σπαράγματα του έρωτα πάνω στην λευκή πεδιάδα του σεντονιού,
γκρεμός αδιάβατος το βαθούλωμα στο μαξιλάρι,
ξερές πια λιμνούλες οι σταγόνες της πάλης των κορμιών
Βαθιά ανάσα
να ρουφήξει τους τελευταίους υδρατμούς των σπασμών της ηδονής
να αποτυπωθούν στον καμβά της μνήμης.
Απεγνωσμένα τα χέρια ανιχνεύουν τον βωμό της ερωτικής κατάθεσης
απάντηση ζητούν… θα ξαναρθεί ;
Χάνεται η Κασσάνδρα μέσα στην ομίχλη της απώθησης
την Αφροδίτη καλεί…
Καγχάζει η θεά του έρωτα αλλά αυτή ελπίζει…
Ελπίδα και ζωή μαζί…

Κατερίνα Βαλμά 

Έρωτας

Πνοή ηδονής το αγέρι, σείει και ανεμίζει τα πέταλα των ανθών,
Σαν πολύχρωμες φουστίτσες ανέμελων γυναικών, που χορεύουν στις πλατείες..
«Σ’αγαπώ» φωνάζουν… τινάζοντας τις γυμνές γάμπες στον αέρα κραυγή και πρόσκληση μαζί…
Σφίγγουν τα χέρια στο στήθος, φωλιά ζεστή για τον αόρατο εραστή.
Μάτια θολά από την προσμονή, μαλλιά στολισμένα από αλμυρές σταγόνες πόθου…
Πνίγουν στα σωθικά τους τις κατάρες των μαινάδων και ικετεύουν….
Έλα,,, Σ’αγαπώ,,,,,

Κατερίνα Βαλμά 

Ο χρόνος

Γκρίζα η στάχτη μες το ποτήρι, ράγισε το κρύσταλλο
γκρίζα αντανάκλαση, πάνω στο μαύρο τετράγωνο του χρόνου που επίμονα μας χτυπάει,
σαν τα σφυρίγματα των τραίνων πάνω στις προσόψεις των σπιτιών.
Ραγισμένο το κρύσταλλο σαν την πέτρα του δαχτυλιδιού σου
με χρυσό περίγραμμα, να ξεγελάει το ανίδεο μάτι
Γκρίζο…. Το λευκό που άφησες,
να παλεύει με τον μινώταυρο το μαύρο,
δεν ποθείς….
Τα χρώματα ξεράθηκαν,
στεγνή καμένη γης μαρμαρωμένα τα χείλη,
παγωμένος ο ασπασμός,
σκλαβωμένη η ανάσα στην φυλακή του νου και η ψυχή,
ασημένια κλωστή γύρω από το αδράχτι της καρδιάς
να ξετυλιχτεί παλεύει ικέτιδα του ονείρου σου,
λεπίδα να γίνει,
να κόψει τον λυγμό…

Κατερίνα Βαλμά 

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

"Ο Τούρκος, η συκιά και το χαρέμι"

Το ανόητο αλλά κατά τ' άλλα διεισδυτικό χαζοκούτι κατάφερε να θεοποιήσει τον αιώνιο εχθρό των Ελλήνων.
Με αφορμή τα αμέτρητα σήριαλ, όλες ονειρεύονται Τούρκους, μελαχρινούς, σωματώδεις, πρωταγωνιστές και αντίγραφα του δικού μας Ξανθόπουλου.
Τρεις πλανήτες ευθυγραμμίζονται και η σελήνη σε έκλειψη δημιουργούν ένα μοναδικό πέρασμα στο παρελθόν, τότε που οι "γοητευτικοί" γείτονες δεν ήταν και τόσο "ελαστικοί"... η πύλη βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του κάστρου.
Η Πέννυ και ο Παπιέ Ανδροκλής είναι παιδικοί φίλοι, συναντιούνται μόνο όταν εκείνη κατεβαίνει από την Αθήνα, εκείνος θηλυπρεπής και ονειροπόλος την θεωρεί μοναδική του φίλη και την εμπιστεύεται. Βαδίζοντας αργά μετά το νεκροταφείο, συζητώντας και χωρίς να το καταλάβουν περνούν κάτω από την πύλη την κατάλληλη στιγμή...
ΠΕΝΝΥ: Πως είναι η ζωή στο χωριό πες μου...
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Πως να είναι;;
χάλια μαύρα!
Μόνο γιαγιάδες και παππούδες έχουν ξεμείνει και οι παντρεμένοι, οι ξέμπαρκοι τρέχουν πίσω από τα κοριτσόπουλα.
Καλέ;;
τι βρίσκουν πια στα κοριτσάκια;
Τέτοιο ομορφόπαιδο και κλείνω έναν ολόκληρο χρόνο μόνος, το ακούς;
μόνος φιλενάδα.
Αράχνιασα!
ΠΕΝΝΥ: Μην βιάζεσαι, κάτι θα βρεθεί.
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Το γοργόν και χάριν έχειν λέω εγώ! Καλέ;
Ποιες είναι αυτές που κάθονται κάτω από τη συκιά;
πρώτη φορά τις βλέπω, για τσιγγάνες μοιάζουν αλλά στο πιο γαλαζοαίματο.
( Κάτω από την σκιά δέκα νεαρές γυναίκες χασκογελούσαν.
Ο Ανδροκλής όλο χάρη και σκέρτσο πλησίασε κοντά τους )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Σουσουράδες από που είστε καλέ και δε σας έχω ξαναδεί, πόσο όμορφες και παλιομοδίτικες!!!
Αχ, πότε θα φύγετε θα πλακώσουν όλοι οι βλάχοι αν σας πάρουν είδηση...
ΠΕΝΝΥ: Κορίτσια είστε από κάποιο διπλανό χωριό;
Περίεργα τα ρούχα σας, θυμίζουν σκηνικό από ταινία...
( οι κοπέλες χαμογελούσαν και πείραζαν τον Ανδροκλή φορώντας του μαντήλια στο κεφάλι μέχρι που ακούστηκαν καλπασμοί αλόγων και έντρομες σηκώθηκαν να φύγουν φωνάζοντας όλες μαζί... Τούρκοι- Τούρκοι! )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Τούρκοι;;;; Αχ που είναι καλέ; ( στρώνοντας το μαλλί του )
Τα κορίτσια κρύφτηκαν αμέσως και οι εισβολείς πλησίασαν τους ήρωες μας, ο Ανδροκλής χαμογελούσε γεμάτος ενθουσιασμό ενώ η Πέννυ παρέμενε ακίνητη και γεμάτη απορία.
Εκείνοι πλησίασαν με τα άλογά τους, πέντε στον αριθμό, και τους κοίταζαν λέγοντας... ΤΟΥΡΚΟΣ: Ωρέ Γιαούρηδες δεν φοβάστε;
Από που ήρθατε;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Να δεις φιλενάδα που μας περνάνε για κομπάρσους...
Καλέ που κρύβεται ο σκηνοθέτης, ποιος είναι;;;
Μμμμ λέω να αυτοσχεδιάσω, είμαι κουκλί στους αυτοσχεδιασμούς!
Ωιμέ, θα θυσιαστώ για την πατρίδα, βασανίστε με ατελείωτα!
ΤΟΥΡΚΟΣ: Τι πράμα είναι ετούτο; Ζεβζέκης.
( κατέβηκαν από τα άλογα δυο Τουρκαλάδες και έδεσαν πιστάγκωνα τους δυο φίλους, του έσυραν μέχρι τα κελιά του Σουλτάνου.
Εκεί, τους έβαλαν σε ένα κελί με δεκαεπτά βρώμικους και νηστικούς συμπατριώτες προγόνους τους.
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Καλέ, όσο πάει γίνεται και καλύτερο! Μυρίζει αντρίλα και ζαλίζομαι! ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ: Σε χαλάσανε έρμο πλάσμα...
ΠΕΝΝΥ: Δε θέλω να σε τρομάξω αλλά δε πρόκειται για ταινία, μάλλον κάτι χειρότερο συμβαίνει και δε μπορώ να το αντιληφθώ...
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Μην είσαι χαζή! Σε λίγο καιρό όλα τα κανάλια θα μιλούν για ένα νέο ανερχόμενο ταλέντο, δηλαδή εμένα!!!
( ένας Τούρκος ανοίγει απότομα την πόρτα και αρπάζει κυριολεκτικά την Πέννυ )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Καλέ μη, που την πάτε;;; εμένα πάρτε, εμένα βασανίστε, εμένα!
( τρώει ένα δυνατό χαστούκι και πέφτει κοντά στα πόδια δυο κρατουμένων )
Αχ, παρηγορείστε με, που πάνε την φιλενάδα μου;;;
ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ: Στο χαρέμι μάλλον, εκεί που θα' πρεπε να πας και εσύ...
( Η Πέννυ οδηγείται στο χαρέμι όπου οι κοπέλες την αγκαλιάζουν και την ντύνουν, της φτιάχνουν τα μαλλιά και της δίνουν οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει ώστε να μάθει το χορευτικό και να εντυπωσιάσει τον Πασά )
ΠΕΝΝΥ: Δε μπορεί, εφιάλτης είναι από τα παλιο-σήριαλ, που θα πάει, θα ξυπνήσω...
( μετά το χορευτικό οι κοπέλες κάθισαν στις μαξιλάρες και οι Τούρκοι έφεραν στον Πασά, τον Ανδροκλή )
ΠΑΣΑΣ: Τίνος είσαι ωρέ;
Από που μας έρχεσαι;
Γιαούρης χαλασμένος είσαι;;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Τι πρέπει να απαντήσω τώρα;
( πλησιάζει τον Τούρκο ) τι λέει το σενάριο; Καλέ βοηθήστε...
ΠΑΣΑΣ: Ωρε Γιαούρη, είσαι ζεβζέκης αλλά με κάνεις και γελάω, πως θα σε κρεμάσω εγώ τώρα;;;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Χα χα χα, καλέ τι ωραία έκφραση που έχετε, τύφλα να έχει ο Σουλεϊμάν! όμως καλό θα ήταν να κόψετε λίγο τα μούσια, πως τρώτε την σούπα σας;
Για φορέστε αυτό το κολιέ το τυρκουάζ να δω πως σας πηγαίνει... ( πριν πλησιάσει τον άρπαξαν οι φρουροί και τον απομάκρυναν )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Ένας ένας καλέ, είπαμε... μη μη μη μη
ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΔΡΟΚΛΗ: Σήκω επιτέλους, αγκαλιά με το κοντρόλ κοιμάσαι...

Καίτη Δροσίνη 

Το διαζύγιο του Κυρίου κ της Κυρίας Τσιτσιμπίκου...

Στην γειτονιά εθεωρείτο το πιο αγαπημένο και αξιοζήλευτο ζευγάρι.
Δε προλάβαιναν να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού τους και επιδίδονταν σε παθιασμένα φιλιά και ατελείωτα χάδια.
Η γειτονιά είχε βαρεθεί τα σαλιαρίσματα, ώσπου μια μέρα... σαν αστραπή εν αιθρία σκάει η λέξη "διαζύγιο".
Ακούστηκε από το παραθυράκι του μπάνιου τους και μέσα σε λίγα λεπτά είχε μεταφερθεί μέχρι τον φούρναρη του διπλανού τετραγώνου.
Ναι, ήταν αλήθεια, το ζεύγος χώριζε και ήταν οριστικό.
Δυο αντίπαλα στρατόπεδα δημιουργήθηκαν με αγριεμένο κοινό, συγγενείς, φίλους και κουμπάρους να ωρύονται καθημερινώς...
Έφτασε το χειρότερο σημείο όλων των μελλοντικών χωρισμένων, η λίστα διαχωρισμού των κοινών περιουσιακών στοιχείων, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν μόνο αντικείμενα και έπιπλα από την κοινή συμβίωση...
Ο Τσιτσιμπίκος θα κρατούσε το σπίτι μιας και η σύζυγος δεν άντεχε να πληρώσει το χαράτσιον.
Τριανταδύο μερόνυχτα έγραφαν τι θα διεκδικούσε ο καθένας τους... ούτε οι συγγραφείς τέτοια προσήλωση.
ΤΣΙΤΣΙΜΠΙΚΟΥ ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ:
-Δέκα κουβέρτες κοντοβελονιά.
-Εικοσιτέσσερα σεντόνια βαμβακερά.
-Δυο καναπέδες.
-Σύνθετο.
-Πίνακες ( "ο παππούς με το τσιμπούκι" και ο "άνδρας πάνω απ' τα σύννεφα" )
-Λεμονοστύφτης.
-Τιρμπουσόν.
-Αντλία λαδιού.
-Μίξερ.
-Φριτέζα.
-Κατσαρόλα μεγάλη - " μεσαία - " μικρή
-Ταψί μεγάλο - " μεσαίο - " μικρό
-Ποτήρια ( όσα διασώθηκαν )
-Φλιτζάνια -Γάντι κουζίνας
-Κρεμάστρα για πετσέτες
-Σουπλά, τέσσερα
-Κουρτίνες όλες
-Μπρίκι καφέ ανοξείδωτο
-Καράφα κρασιού
-Σερβίτσια όλα
-Υ.Γ. ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΟΧΥΛΙΑ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗΣ

ΤΣΙΤΣΙΜΠΙΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
-Δυο τηλεοράσεις
-Υπολογιστής
-Τραπεζαρία
-Δυο καρέκλες κουζίνα
 -Playstation
 -Υ.Γ. ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΟΧΥΛΙΑ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗΣ

Οι δικηγόροι σήκωσαν τα χέρια ψηλά και οι απειλές για τα υλικά τους δεν είχαν τελειωμό.
Ορίζεται η Δίκη για τον επόμενο μήνα.
Θα δικαστούν ερήμην διότι...
Μια μέρα πριν την Δίκη βρέθηκαν στο σπίτι του Ευάγγελου για να συζητήσουν ήρεμα, τα πράγματα αγρίεψαν όταν έφτασαν στα κοχύλια, τα ήθελαν πολύ και οι δυο με κανέναν τους να υποχωρεί...
Κρατούσε ένα ο καθένας και ούρλιαζε, μέχρι που τα χτύπησαν στα κεφάλια τους ταυτοχρόνως.
Εξάκιλο κοχύλι προκαλεί άραγε αμνησία...
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ: Καρδιά μου ξύπνα! Μα γιατί κοιμόμαστε στο πάτωμα;;; τι μου έκανες εχθές σουσουράδα;;;
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Μμμ άσε με δε μπορώ άλλο...
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ: Επειδή μάλλον θα πέρασα καλά, πάμε να φάμε έξω αγαπούλα μου... ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Να χτενιστώ και φύγαμε πασάκα μου...
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ: Ωχ έσπασαν τα κοχύλια, φωτιά είσαι γυναίκα! Σωστός Βεζούβιος ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Χαχχαχα καλέ μη, καλύτερα μωρό μου, κινέζικα ήταν!

Καίτη Δροσίνη

Αντιηλιακή προστασία!

Θα σου ορκιστώ, θα σου ορκιστώ
Πόσο σ΄αγαπώ και σε λαχταρώ
Θα σου ορκιστώ και θα στο ξαναπώ
Στο καλά κρυμμένο μου το μυστικό
Στο αντηλιακό, στο αντηλιακό
Με δείκτη προστασίας στο δεκαοχτώ

Βρε πόσο σ΄αγαπώ x3
Κι αν δε με πιστεύεις ας τσουρουφλιστώ
Βρε πόσο σ΄αγαπώ x3
Κι αν με κάψει ο ήλιος θα μασκαρευτώ

Γύρισες και κοίταξες μια μελαχρινή
Πόνεσα πολύ, πόνεσα πολύ
Δεν έχει ανάγκη η άτιμη την αντηλιακή
Έκλαψα πολύ, έκλαψα πολύ
Μα τη τσαχπινιά μου δε την έχει αυτή
Ούτε τη δική μου αντηλιακή
Είναι ακριβή, είναι ακριβή

Βρε πόσο σ΄αγαπώ x3
Κι αν δε με πιστεύεις ας τσουρουφλιστώ
Βρε πόσο σ΄αγαπώ x3
Κι αν με κάψει ο ήλιος θα μασκαρευτώ

[ γέφυρα ]

Έκρυψα τα μάτια μου για να μη δεις πως κλαίω
Πήρα το φαρμακοποιό και άκου τι του λέω...
Με γέλασες κι οι κρέμες σου δεν ήτανε καλές
Τράβα στον Ταΰγετο και κόψε φυλλωσιές
Φτιάξε μια καλή, φτιάξε με καλή
Να μη φορά καμιά μελαχρινή
Άντε γιατί... αχ έκλαψα πολύ!

Καίτη Δροσίνη

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Καλό ξημέρωμα ονειροβάτες!

Στα πόδια μας ερείπια ριζωμένα…
Τα χέρια μας, το ένα στην καρδιά, το άλλο τα χαλάσματα στηρίζει…
Η κεφαλή μας σαν τρισδιάστατο εκμαγείο…
Με το μυαλό συννεφιασμένο…
Με μάτια καθαρά σαν την ψυχή..
Με στόμα λίγο βρώμικο και λίγο ζαρωμένο..
Μονάχα ένα παράθυρο καθάριο, εκείνο που ορίζει την καρδιά…
Όμως και αυτό κουρελιασμένο, δουλειά του χρόνου που όλα τα κερδίζει..
Κάθεσαι στο περβάζι του και αγναντεύεις, κάθεσαι μέχρις ότου κουραστείς…
Να μείνεις κουρασμένος να κοιτάζεις, η να αγκαλιάσεις το κενό που ακροβατείς…
ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
15/2/2014=15=6

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Η Αρχή γεννά την ιδέα, το Τέλος την πράξη.

Με κούρασαν οι μπάσταρδοι  ποιητές, με τα παχιά τους λόγια τα μεγάλα..
Πως τάχα περπατήσανε στου δρόμου το κομμάτι που κανένας άλλος δεν κατόρθωσε
να βρει και να βαδίσει…
Φορώντας τα φτερά της φαντασίας, να σκέπτομαι, το μέγα και το ιδεατό, 
όμως να μην ποιώ..

Υπάρχει όμως ένας πιο τρανός και πιο μεγάλος ποιητής, που παίρνει την καρδία 
και κυλάει στην λάσπη.
Μ΄ ένα του βλέμμα ζέστη χορταίνει τον παγωμένο κλόουν .
Μ΄ ένα χαμόγελο χορταίνει το σκυλί το πεινασμένο..
Μ΄ ένα χάδι του ανθίζει από δροσιά κάθε λουλούδι..

Με κούρασαν και εκείνοι που μπουλούκια άγνωστα, η φωτεινά ονόματα μεγάλα,
παράσταση μου κάνουν την ζωή, και μένω θεατής στο έργο..
Ντυμένος τους κοθόρνους, να ζω θεατρικά χωρίς να πράττω στην ουσία.
Οκνός στο τραίνο της ζωής μου επιβάτης, αντί δραστήριος μηχανοδηγός.

Υπάρχει όμως ένας πιο τρανός και πιο μεγάλος ηθοποιός, που παίρνει την ψυχή 
και την σκορπάει στην πλατεία.
Με μια του κίνηση την ευχαρίστηση στον κακομοίρη φέρνει.
Μ ένα λόγο, βάλσαμο μοιράζει στην λαβωμένη πέρδικα.
Με μια του έκφραση χαρίζει την χαρά στα μάτια του κυπαρισσιού

Με κούρασαν ακόμα οι σοφοί, οι επιστήμονες, όλοι εκείνοι που τα ξέρουν όλα,
και με ευκολία τα προβλήματα μου λύνουν, αλλά μου δένουν το μυαλό με χειροπέδες.
Πειθήνιο όργανο στην γνώση τους, πιστά ακολουθώ τις προσταγές του,
κι αυτές αλλάζουν  μια θρυαλλίδα που σαν κάνει την δουλειά της σκάει.

Υπάρχει όμως ένας πιο τρανός και πιο μεγάλος επιστήμονας, που νου
και νόηση χαρίζει στον καθένα
Με μια του σκέψη την επιφοίτηση μοιράζει στους ανθρώπους
Με ένα νεύμα, χιλιάδες νήματα νευρώνες, στα όντα ζωντανεύουν
Με μια ιδέα τα άπιαστα και τα μη όντα, με αρμονία πλημμυρίζουν

Ο ποιητής, είσαι εσύ που το δικό σου ποίημα δεν μένει ποίημα μα γίνεται ποτάμι,
δροσιά στο ξεραμένο χώμα, ζωή ζωντανεμένη..

Ο ηθοποιός είσαι εσύ που το δικό σου έργο, δεν έχει υποκριτική μαγεία,
αλλά μια πύρινη πνοή που κάνει την ιδέα πρόσωπο,
την αρετή κορμί, και την αγάπη χέρια.

Ο επιστήμονας είσαι και πάλι εσύ, που εφύλαξες τον νου,
που κράτησες τον λόγο, να υπηρετεί ελευθέρα την αύρα της ψυχής σου,
και του κορμιού σου τον ναό να τον στολίζει,
για να μπορείς να είσαι πρώτα άνθρωπος,
μετά κομμάτι του θεού,
και τέλος κύτταρο του Χάους.
ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
13/2/2014=13=4

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Θυμός



Νεύρα
Πολλά Νεύρα
Γιατί;
Γιατί δεν έχεις δουλειά
Γιατί δεν έχεις λεφτά
Γιατί δεν έχεις μια γκόμενα να την πηδάς
Γιατί σε πηδάει κάθε μέρα το κράτος
Αυτό το γαμημένο κράτος που οραματίζεται σαν τον πρεζάκια του LSD περασμένα μεγαλεία με φρου-φρου κι αρώματα
Και τι κάνεις γι αυτό;
Τίποτα
Απολύτως τίποτα
Ε, βάλ’ τα τότε με τον εαυτό σου
Αυτόν τον άχρηστο που κάθεται καθημερινώς και κοιτά έξω από το παράθυρο κρυμμένος στο σκοτάδι του σπιτιού του
Στο σκοτάδι της ψυχής του
Κρύψε καλά με τις κουρτίνες σου κάθε σου Ελπίδα
Έτσι κι αλλιώς, τίποτα πάλι δεν θα κάνεις
Γιατί;
Γιατί έχεις θυμώσει
Με τι;
Με ποιον;
Μα με σένα φυσικά
Αυτή η μανία που σε πιάνει, που σου καίει τα σωθικά δεν είναι το ποτό σου
Ούτε ο καπνός από το τσιγάρο σου
Είναι οι επιλογές σου που τα έχουν κάνει όλα σκατά
Λούσου τα τώρα λοιπόν και μη μιλάς
Ή μήπως σκέφτεσαι να κάνεις επιτέλους κάτι;
Άντε λοιπόν!
Τι το σκέφτεσαι;
Παράτα τη τσουγκράνα σου και σήκω από τον καναπέ σου
Αυτή η Αγανάκτηση
Αυτός ο Εκνευρισμός
Αυτή η Έξαψη
Η Μανία, το Νευρίασμα, το Φρένιασμα πρέπει κάπου να ξεσπάσουν
Σήκω λοιπόν..
Τι περιμένεις;
Και στη γωνία θα είναι κι άλλοι Θυμωμένοι μαζί
Δεν είσαι ο μόνος

Και θα νικήσεις τους Δαίμονες μέσα σου


DEMI NAK
11/2/14

Της Πόλυ-ξένης….

Γλυκιά μου Πόλυ-ξένη Καβάλα-Βουλιαγμένη σε έψαχνα τις νύχτες σε παρκινγκ εθνικής
Και ξαφνικά σε βρήκα στου ποντικού την τρύπα, σε ένα μαγειρείο πλανόδιας  λαϊκής
Με χόρτασες με σούπα, έβγαλες και μια κούπα, ενώ εγώ ο μαύρος είχα φερθεί σπαθί
Πήρα των ομματίων μου, το πάζλ των κομματιών μου, ψυχολογία Δράμα, και ηθικό ψαθί.

Πόλυ-ξένη αμφιβάλλω,
κι έχω πρόβλημα μεγάλο,
που δεν ξέρω Αγγλικά
Άνοιξε μου την καρδιά σου,
το μπουστάκι, έλα γεια σου,
και θα βολευτώ εξίσου
έστω με Ισπανικά.

Οκ  τέλος πάντων, των τραγικών συμβάντων, συστάσεις ψυχραιμίας, και άλλα συναφή
Θα δείξω χαρακτήρα , απόφαση το πήρα, δεν είσαι τίποτα άλλο, μόνο καταστροφή
Γι αυτό λοιπόν δηλώνω, χωρίς να μετανιώνω, αμέσως ξεκινάω, χωρίς περιστροφές
Θα βρω την Πηνελόπη, η τελικά την Πόπη, να γίνει το δικό της το κάγκελο μαθές

Πόλυ- ξένη αμφιβάλλω,
κι έχω πρόβλημα μεγάλο,
που δεν ξέρω Αγγλικά.
Άνοιξε μου την ψυχή σου,
χάρισε μου το φιλί σου,
και θα βολευτώ εξίσου
έστω και με  Γαλλικά.

Μου λες να ηρεμήσω, μα βγήκες από πίσω, και έμεινα μπουκάλα, αντίο το κρασί
Σε μένα μόνο λόγια, ανώγια και κατώγια, φούμαρα και ιδέες, με γάζωνες φαρσί
Έχεις μια μόνο λύση, να κόψεις το μεθύσι, και μην ανακατεύεις, τα διάφορα μωρά
να γίνεις οξυγόνο, έστω μια νύχτα μόνο, και πάλι στην Καβάλα, να πάμε χαλαρά.

Πόλυ- ξένη αμφιβάλλω,
κι έχω πρόβλημα μεγάλο,
κουνελάκι που θα βρω.
Αφού έκοψες το Ξένη
έχω διάθεση πεσμένη
Πόλυ-ξε-νο-σηκωμένη
Μα τον πέτσινο σταυρό.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
11/2/2014=11=2
Παν αμάρτημα το παρ αυτού πραχθέν….
Χίλιες ανάσες που κοιμήθηκαν, βουβές, τυφλές, της νύχτας επιβάτες
Χίλιες ανάσες που αρνήθηκαν, ωβές, φυλές, της μέρας τους διαβάτες

Θυμάμαι, όσα έμαθα στο δρόμο χωρίς λόγια, φοβάμαι το άρρωστο κενό
Αυτό που φτιάχνει, κλόουν μοιρολόγια, να με χλευάζουν όταν διαφωνώ.

Κι όλοι εμείς βαθαίνουμε το ρήγμα, σε φάμπρικα δουλεύουμε φασόν
Μάλλον θα κόβουμε με λάθος δείγμα, και ράβουμε με δανεικό πατρόν

Σαν μαύρη Ίριδα με σπάνια φορτία, σαν καταλύτης σε ισόβια στενά
Υπνοβασίας μια κρυμμένη αμαρτία, γυρεύει έλεος σε ρούχα αδειανά.

Άδεια κουστούμια η επιλογή μας, ασφάλεια ηρεμία και εγώ
Φιλοσοφίες άχρηστες η αρωγή μας, αν γέννησε η κότα το αυγό

Η μοναξιά μας έκανε χαλάστρα, και οι στιγμές που γίνανε το παν
Ψεύτικα  χάδια από μια κρεμάστρα, άψυχος έρωτας μ΄ένα μπουφάν

Ακόρεστες του θέλω οι  λαγνείες, τυραννικά του πρέπει τα δεσμά
Σε άδειες αίθουσες ανούσιες ταινίες, προβάλλει άτυπα η Χαλιμά  

Κάποτε βάλαμε δερμάτινο μανδύα,  κρύψαμε  τη ντροπή για το γυμνό
Τόσοι  αιώνες και καμιά  παιδεία, όμως δεν σκέπασε το πρόστυχο κενό    

Μπορεί να είναι ανάγκη η αμαρτία, η Εύα να μας ταίριαξε ταμάμ
Ίσως να έχει η ύπαρξη μας απαρτία, να ξεγελάει πάντα τον Αδάμ

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
11/2/2014=11=2

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Άχρωμα, άοσμα, άγευστα… άπιαστα…

Μην ακούς αυτά που λέω, μόνος κάθε βράδυ κλαίω .
Μέτρα μόνο ότι κάνω, την καρδιά μου να ζεστάνω.
Καμηλιέρη στην Σαχάρα, το ξημέρωμα με βρίσκει
Δίχως σώμα και τσιγάρα, δίχως αίμα και ουίσκι

Έκλαψε η Ανδρομάχη το χαμό του Έκτορα της, μα η Μήδεια σκοτώνει χωρίς οίκτο τα παιδιά της.
Πόλεμο αβυσσαλέο έχουν  στήσει  δύο φατρίες, οι Κολχίδες καταρρέουν, και  δοξάζονται  οι Τροίες .
Θέατρο η παρωδία, μια παράσταση με  πόνο,  με ποιητική αδεία κάνω ασέλγεια στον χρόνο. 
Δίχως μίσχο λουλουδάκια, μαριονέτες εξουσίας,μισθωμένα στρατιωτάκια μάχονται
άνευ ουσίας.

Μην ακούς λοιπόν τι λέω, στο βυθό ακόμα πλέω,
γίνε βάση να πατήσεις, την ιδέα σου να στήσεις.
Μέτρα χωρίς αριθμό,  η καρδιά δίνει ρυθμό
μια στιγμή αιώνια μένει, μοναχά όταν πεθαίνει

Μύρισε η Γή βενζίνη νοθευμένη αδρεναλίνη, τα αγάλματα τρομάζουν κι οι εικόνες τους αλλάζουν.
Σμιλεμένα ιερατεία χάλκεψαν την γραμματεία, σύμβολα θεοί και πένες δίνουν παρά φύσει γέννες.
Του τυφλού το τρίτο μάτι, σημαιάκι στο κατάρτι, τιμονιέρα πεπρωμένου, σωτηρία μεθυσμένου,
σ΄ αυτοσχέδια σχολεία, Zέτα, Δώρα, Αποστολία, Κατερίνα η Μαρία, Σόφη και Ελευθερία.

Άκου μόνο την φωνή σου, γίνε φάρος στο νησί σου
βάρκα σε γαλάζια λίμνη, μια μέδουσα στην πρύμνη.
Σαν αχτίδα, σαν στεφάνι, να μαγεύει και να κάνει
η ματιά σου τα νερά, διαμαντάκια αστραφτερά.

ΟΥΤΙΔΑΝΟΣ
7/2/2014=16=7



Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Ψυχολογισμός, η Ψυχονούς… αέναο δρομολόγιο

Ξόδεψα πολύ χρόνο, αισθήματα, μοίρασα κομμάτια από την ψυχή μου,
 για να ζήσω ένα διαφορετικό ηλιοβασίλεμα…
Ένα ηλιοβασίλεμα των γερακιών… για να ξημερώσει μια ανατολή αετών!
Τώρα ξέρω… ξόδεψα πολύ λίγα!!!
Τι κι αν ξοδεύω τον ιστό μου σε πορνεία
Κι αν μου σκορπάει το μυαλό η ειμαρμένη
Έχω μονάχα των ματιών σου την λαγνεία
Όμως μου λείπει  άλλου είδους ερωμένη

Θέλω τα τόσα που σκορπίζει ο αέρας
Θέλω να νοιώθω πως αλλάζει ο καιρός
Να ταξιδεύω μοναχός στο φως της μέρας
στον άλλο κόσμο να πετάω ισχυρός

Να εξατμίζομαι στην εθνικής τις νύχτες
Να γράφει το κοντέρ μου, είμαι εγώ
Ίδια ταχύτητα με συντροφιά ξενύχτες
Μόνο τη θάλασσα μου κι ένα φορτηγό

Να γίνομαι αρχή, του κάθε τέλους,
καθρέφτης του ειδώλου της ψυχής
άλλοτε ο Ερμής του Πραξιτέλους
κι άλλοτε μια φιγούρα εποχής

Σ αυτό το δύσκολο μικρό ταξίδι
Μέχρι να πέσει του θεάτρου η αυλαία
Άλογα ανθρωποφάγα του Διομήδη
διαφύλαξα την φτέρνα του Αχιλλέα

Τι κι αν ξοδεύω έρωτες και ιδρώτα
Κι αν μου ρουφάνε την ουσία ενοχές
Έχω μονάχα το κΟρμΙ όμικρον γιώτα  
Όμως μου λείπουν οι άλλες συλλαβές

θέλω ν΄ ανοίγω δυο σκέλια εγκεφάλου
να ξεγεννάω το μη ον που εγκυμονεί
το ον γονάτισε στην δύναμη του Τάλου
γρυλίζει απαίσια με αλλιώτικη φωνή.

Να αγγίζω την αξία στους αιώνες
Να μπαίνω στων κυττάρων τις δομές
Δεν φτιάχτηκα να υπηρετώ ορμόνες
Το κάνουν τόσοι στις κοινές διαδρομές

Και αφού τα πάντα όλα γίνουν ένα
Να είμαι αέρας, κι όταν δεν το θες
Να με θυμάσαι  μόνο σαν κανένα
Στο σήμερα το αύριο και το χθες

Αύρα μου τρισυπόστατη, γίνε ουσία
φύσα και χάρισε στα φρένα μου πνοή
Στο βάθος σκέπτομαι πως συνουσία
μοιάζει κι γέννα ανάποδα, μ΄ αναπνοή

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
2/2/2014=11=2